Ξέρεις ότι ένας άνθρωπος που δεν έχεις συναντήσει ποτέ έκοψε τη ζάχαρη, άλλαξε καναπέ και πήγε τριήμερο. Για τον απέναντι στο ασανσέρ ξέρεις μόνο ότι κατεβαίνει στον δεύτερο. Κι όταν βρίσκεστε μαζί, κοιτάζετε και οι δύο την οθόνη με τους ορόφους, λες και πρόκειται να συμβεί κάτι συγκλονιστικό ανάμεσα στο ισόγειο και στον τέταρτο.
Η σκηνή είναι αστεία. Μέχρι να συνειδητοποιήσεις πόσο συνηθισμένη έχει γίνει. Μοιράζεσαι με κάποιον μια είσοδο, έναν δρόμο, ίσως χρόνια καθημερινότητας, αλλά ούτε μια καλημέρα. Την ίδια ώρα, ένας άγνωστος που δημοσιεύει συστηματικά έχει γίνει οικείος. Δεν είναι παράλογο να συμβαίνει. Αξίζει, όμως, να αναρωτηθούμε πού ακριβώς πηγαίνει η προσοχή μας.
Η οικειότητα της οθόνης δε ζητά πολλά
Ένα βίντεο μπορείς να το δεις όταν έχεις διάθεση και να το κλείσεις όταν κουραστείς. Δε θα σου παραπονεθεί επειδή σήμερα δε θέλεις κουβέντα. Ο γείτονας, αντίθετα, είναι μια ανοιχτή πιθανότητα: μπορεί να είναι ευγενικός, φλύαρος, ενδιαφέρων ή να μη σου ταιριάζει καθόλου. Μπορεί να πεις «καλημέρα» και να μην πάρεις απάντηση. Η ανθρώπινη επαφή έχει ένα μικρό ρίσκο που η απλή παρακολούθηση δεν έχει.
Αυτό δεν κάνει τις διαδικτυακές σχέσεις ψεύτικες. Μια παρέα μπορεί να έχει ξεκινήσει από ένα κοινό ενδιαφέρον και να είναι ουσιαστική, ακόμη κι αν τα μέλη της ζουν σε διαφορετικές χώρες. Ένα μήνυμα μπορεί να σε στηρίξει περισσότερο από δέκα τυπικές συναντήσεις. Το θέμα δεν είναι να επιλέξεις ανάμεσα στο διαδίκτυο και στην «αληθινή ζωή». Το διαδίκτυο είναι ήδη κομμάτι της πραγματικής ζωής.
Το ερώτημα είναι πιο συγκεκριμένο: έχει μείνει χώρος και για τους ανθρώπους που δεν επιλέχθηκαν από ένα προφίλ; Για εκείνους που συναντάς χωρίς προετοιμασία, χωρίς να ξέρεις αν συμφωνείτε και χωρίς να έχει προηγηθεί μια προσεκτικά επιλεγμένη εικόνα; Η γειτονιά δε σου εγγυάται ότι θα ταιριάξεις με τους ανθρώπους της. Γι’ αυτό ακριβώς η επαφή μαζί τους είναι διαφορετική.
Ένα «καλημέρα» δεν είναι συμβόλαιο φιλίας
Σε έρευνα του 2014, οι Gillian Sandstrom και Elizabeth Dunn εξέτασαν τις επαφές με ανθρώπους που δεν ανήκαν στον στενό κύκλο των συμμετεχόντων. Οι φοιτητές ανέφεραν περισσότερη χαρά και μεγαλύτερη αίσθηση ότι ανήκουν κάπου τις ημέρες που συνομιλούσαν με περισσότερους συμφοιτητές από ό,τι συνήθως. Οι ερευνήτριες εντόπισαν ανάλογες συσχετίσεις και σε άλλες καθημερινές, χαλαρές επαφές. Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κάθε σύντομη κουβέντα ωφελεί όλους με τον ίδιο τρόπο. 1
Σε άλλα πειράματα, οι Nicholas Epley και Juliana Schroeder ζήτησαν από επιβάτες τρένων και λεωφορείων να μιλήσουν με έναν άγνωστο, να μείνουν μόνοι ή να συνεχίσουν τη διαδρομή τους όπως συνήθως. Όσοι συνομίλησαν με κάποιον ανέφεραν μια πιο ευχάριστη εμπειρία από ό,τι περίμεναν. Τα ευρήματα αφορούσαν συγκεκριμένες συνθήκες μετακίνησης. Δεν αποτελούν εντολή να πιάνουμε κουβέντα παντού και πάντα. 2
Κρατάμε κάτι μικρό και χρήσιμο: μπορεί να απορρίπτουμε μια επαφή πριν δούμε τι θα μπορούσε να προκύψει από αυτήν. Να θεωρούμε ότι ο άλλος δε θέλει κουβέντα, ενώ ίσως σκέφτεται ακριβώς το ίδιο για εμάς. Δε χρειάζεται να λύσουμε αυτή την αμηχανία με δεκάλεπτη συζήτηση. Μπορεί να αρκεί ένα βλέμμα, ένας χαιρετισμός, ένα φυσικό «ευχαριστώ» όταν κάποιος κρατά την πόρτα.
Δεν ήταν όλες οι παλιές γειτονιές παράδεισος
Εδώ συνήθως εμφανίζεται η νοσταλγία: παλιά γνωρίζονταν όλοι, οι πόρτες ήταν ανοιχτές, οι άνθρωποι νοιάζονταν. Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά. Το να σε γνωρίζουν όλοι μπορεί να σημαίνει υποστήριξη. Μπορεί, όμως, να σημαίνει αδιάκοπο κουτσομπολιό, αδιάκριτες ερωτήσεις και την αίσθηση ότι πρέπει να δίνεις λογαριασμό για τη ζωή σου.
Δε χρειαζόμαστε επιστροφή στην υποχρεωτική οικειότητα. Χρειαζόμαστε τη δυνατότητα να χαιρετιόμαστε χωρίς να μπαίνουμε ο ένας στη ζωή του άλλου με το ζόρι. Ο γείτονας δε σου χρωστά την ιστορία του χωρισμού του επειδή χαιρετιέστε. Η γυναίκα που μένει μόνη δε χρειάζεται να εξηγεί ποιος την επισκέπτεται. Το ενδιαφέρον γίνεται πιο εύκολα αποδεκτό όταν δεν κουβαλά μαζί του έλεγχο.
Ούτε η σιωπή σημαίνει πάντα υπεροψία. Κάποιος μπορεί να είναι κουρασμένος, να δυσκολεύεται με τη γλώσσα, να μην ακούει καλά ή απλώς να μη θέλει κουβέντα. Δε χρειάζεται να βγάλουμε συμπέρασμα για τον χαρακτήρα του από μια διαδρομή στο ασανσέρ. Η ευγένεια δεν είναι διαγωνισμός εξωστρέφειας. Χωρά και έναν ήσυχο άνθρωπο που χαιρετά διακριτικά και συνεχίζει τη μέρα του.
Μερικές φορές η αρχή γίνεται επειδή υπάρχει κάτι κοινό να φροντίσετε. Ένα παγκάκι που χρειάζεται επισκευή, ένα πεζοδρόμιο που δε χωρά ούτε παιδικό καρότσι, μια αυλή που θα μπορούσε να χρησιμοποιείται καλύτερα. Δε χρειάζεται να γίνετε φίλοι για να συμφωνήσετε σε κάτι χρήσιμο. Η συνεργασία μπορεί να προηγηθεί της οικειότητας. Κι έχει ένα πλεονέκτημα απέναντι στην αμήχανη προσπάθεια να βρεις θέμα συζήτησης: υπάρχει ήδη κάτι πραγματικό μπροστά σας, που αφορά και τους δύο. Κάτι που μπορεί να γίνει λίγο καλύτερο χωρίς προσωπικές εξομολογήσεις ή ανταλλάγματα.
Το ενδιαφέρον φαίνεται περισσότερο στις πράξεις
Αν θέλουμε κάτι καλύτερο από μια πολυκατοικία αγνώστων, δεν είναι ανάγκη να ξεκινήσουμε με ένα κοινό τραπέζι σαράντα ατόμων. Μπορούμε να αρχίσουμε από το να μη φράζουμε τη ράμπα, να ενημερώνουμε έγκαιρα τους γείτονες για θορυβώδεις εργασίες ή να προσφέρουμε βοήθεια με μια βαριά σακούλα, χωρίς να επιμένουμε αν ο άλλος αρνηθεί. Η κοινότητα δοκιμάζεται και σε πράγματα που δε φωτογραφίζονται ωραία.
Ένα κοινό ψηφιακό κανάλι μπορεί επίσης να βοηθήσει, αρκεί η συμμετοχή να είναι προαιρετική και το περιεχόμενο χρήσιμο. Άλλο να ενημερώνεις ότι χάλασε το ασανσέρ και άλλο να φωτογραφίζεις γείτονες για να τους σχολιάζεις. Δε χρειάζεται να αντικαταστήσουμε τη σιωπή της εισόδου με μια εικοσιτετράωρη επιτήρηση στο κινητό. Ο σκοπός είναι να γίνει η συμβίωση ευκολότερη, όχι πιο κουραστική.
Υπάρχουν, βέβαια, και πρακτικά εμπόδια που δε λύνονται με συμβουλές κοινωνικότητας. Αν φεύγεις πριν ξημερώσει και επιστρέφεις εξαντλημένος, ο διαθέσιμος χρόνος σου είναι περιορισμένος. Αν μετακομίζεις συχνά, αναγκάζεσαι να κάνεις συνεχώς νέες γνωριμίες. Μια ζωντανή γειτονιά χρειάζεται ευκαιρίες συνάντησης και ανθρώπους που έχουν τη δυνατότητα να τις αξιοποιήσουν. Δε χτίζεται μόνο με ατομική καλή πρόθεση ούτε με ενοχές επειδή δεν έπιασες κουβέντα σήμερα.
Το να γνωρίζεις κάποιον που μένει δίπλα σου δε σημαίνει ότι πρέπει να του εμπιστευτείς αμέσως το κλειδί του σπιτιού σου ή τις προσωπικές σου ιστορίες. Η εμπιστοσύνη θέλει χρόνο. Σημαίνει, αρχικά, να πάψει να είναι μόνο «εκείνος του δεύτερου». Να αποκτήσει ένα όνομα, μια φωνή, ίσως μια μικρή κοινή εμπειρία. Μέχρι εκεί. Δε χρειάζεται κάθε χαιρετισμός να καταλήγει σε μεγάλη φιλία για να έχει αξία.
Την επόμενη φορά που θα μπεις στο ασανσέρ, μπορείς να αφήσεις για λίγα δευτερόλεπτα το κινητό στην τσέπη. Όχι επειδή η οθόνη είναι ο εχθρός, αλλά επειδή ίσως αξίζει να προσέξεις και τον άνθρωπο που στέκεται δίπλα σου.
Στη δική σου γειτονιά ξέρεις έστω έναν άνθρωπο με το όνομά του ή εξακολουθεί να είναι «εκείνος του δεύτερου»;
Πηγές & περαιτέρω ανάγνωση
Συμπληρωματικές πηγές για το θέμα.